Εικόνα της Κωνσταντινούπολης στα μέσα του 18ου αιώνα, την περίοδο ίδρυσης των Καστανεών.
Η ίδρυση του χωριού
Οι Καστανιές της Ανατολικής Θράκης εμφανίστηκαν ως οικισμός στο τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα (1775-1800) «προς Β. των Μετρών εις δύο περίπου ωρών απ’ αυτών απόστασιν (εννοεί με τα πόδια ήτοι 10 χιλιόμετρα), προς το ανατολικόν μέρος των υπωρειών του λόφου Αγ. Ηλία».
Οι πρώτοι κάτοικοί του είχαν έρθει πιθανότατα από την Κρήτη. Οι μετεγκαταστάσεις πληθυσμών δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ιδιαίτερα κατά τον 18ο αιώνα ο Σουλτάνος πύκνωσε πληθυσμιακά την Ανατολική Θράκη, για να βελτιώσει την άμυνά της καθώς από το Βυζάντιο ακόμη, όλες οι επιδρομές εναντίον της Κωνσταντινούπολης γίνονταν από εκεί. Επίσης, ήθελε να καλλιεργηθεί εντονότερα η εύφορη γη διότι η αυτοκρατορία είχε αρχίσει να έχει προβλήματα επισιτισμού.
Πιθανότατα η μετακίνηση κατοίκων της Κρήτης σε άλλες περιοχές οφειλόταν στις συχνές εξεγέρσεις στο νησί, μετά από τις οποίες ακολουθούσαν σφαγές και αντίποινα, οπότε γινόταν με σκοπό να ηρεμίσουν τα πνεύματα. Η πιο κοντινή χρονικά εξέγερση ήταν εκείνη που ξέσπασε στη διάρκεια του Ρωσο-Τουρκικού πολέμου, του 1770-1774 (Ορλωφικά). Ίσως μια τέτοια μετακίνηση να έφερε τους πρώτους κατοίκους του χωριού μας στην Ανατολική Θράκη.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον συμπατριώτη μας Αλέξανδρο Βασιλόπουλο συγγραφέα του βιβλίου ‘Η Οθωμανική Θράκη’ (Εν Κωνσταντινουπόλει 1914): «Προς το ανατολικόν μέρος των Καστανεών και εις απόστασιν μιάς σχεδόν ώρας απ΄αυτών έκειντο κατά πάσαν πιθανότητα προ δύο περίπου εκαντοταετηρίδων αι Καρυαί (Δζεβισλικ), ονομασθείσαι ούτως εκ των εκεί υπαρχουσών ομώνυμων δένδρων. Δια λόγους όμως ούς ου διέσωσεν υμίν η επιτόπιος παράδοσις, οι κάτοικοι των Καρυών μετώκησαν εις το απέναντι και παρά το εκ Καστανεών Δάσος όπου υπήρχεν η έπαυλις του εκ Βιτολίων (Μπίτολα σημερινής Βόρειας Μακεδονίας) καταγόμενου Μάρκου, αρχισισυροποιού * της τότε βασιλομήτορος, όστις πάνυ ασμένως παρεχώρησεν αυτήν εις τους εκ Καρυών ματανάστας. Έκτοτε εδόθη εις την εκείθεν κώμην η ονομασία Καστανέαι, εκ των εκεί υπαρχόντων ομωνύμων δένρων, ως συνέβαινε τούτο και κατά την αρχαιοτάτην εποχήν. Μετά την μετοίκησιν ταύτην των Καριαίων εις Καστανέας προσήλθον και οι κάτοικοι του Χαλακλή, εικοσάλεπτον εκ Καστανέων απέχοντος.
Εκεί λοιπόν εγκαταστάθηκαν οι εκ Κρήτης προερχόμενοι άνθρωποι, βρίσκοντας και τους εν Καρυών και Χαλακλή προγενέστερα μετακινηθέντες και δημιουργήθηκε το χωριό μας.
Με την πάροδο του χρόνου σ’ αυτόν τον αρχικό πυρήνα των πρώτων κατοίκων έρχονταν να προστεθούν και άλλοι, από τη γύρω ή πιο μακρινές περιοχές (Φιλιππούπολη, Ανδριανούπολη, Δελιώνες, γειτονικά χριστιανικά Βουλγαρικά χωριά, ακόμη και από Δυτική Μακεδονία και την Ήπειρο, Αρβανίτες). Γαμπροί, νύφες, τεχνίτες κλπ. Όλοι όμως αυτοί αφομοιώθηκαν με τους παλιότερους, ομογενοποιήθηκαν και απετέλεσαν τους ‘Καστανιώτες’, όπως ένιωθαν και αυτοπροσδιορίζονταν οι κάτοικοι του χωριού.
Οι Καστανιές, ενώ το 1800 αποτελούνταν από 200 κατοίκους, έφθασαν το 1900 τους 1270. Στις νέες και σημερινές Καστανιές όμως, στο Κιλκίς, μετακινήθηκαν και εγκαταστάθηκαν με την ανταλλαγή των πληθυσμών περίπου 600 Καστανιώτες. Εκ των υπολοίπων άλλοι παρέμειναν στην Πόλη, άλλοι βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, την Καβάλα και άλλες πόλεις της Μακεδονίας, κοντινές περιοχές όπως η Χαλκηδόνα και η Νέα Δήμητρα, κάποιοι ακόμη και στο εξωτερικό.
Οι Καστανιές της Ανατολικής Θράκης απείχαν 50 χιλιόμετρα από την Πόλη και 10 από την πλησιέστερη κωμόπολη, την Τσατάλτζα.
Όλες οι πληροφορίες προέρχονται από τα συγγράμματα των: Σωκράτη Στεφανίδη ‘Καστανιές της Ανατολικής Θράκης’, Κώστα Τζιάρα ‘Από τις Καστανιές της Ανατολικής Θράκης, στις Καστανιές Κιλκίς, το βιβλίο του Αλέξανδρου Βασιλόπουλου ‘Η Οθωμανική Θράκη’ (Εν Κωνσταντινουπόλει 1914), την ομιλία της Παγώνας Κακανοπούλου με θέμα ‘Οι Καστανιές της Θράκης, οι Καστανιώτες, ο εκπατρισμός,οι Καστανιές του Κιλκίς’, άρθρα του Μιλτιάδη Σαραντή το περιοδικό Θρακικά, όλοι Καστανιώτες, και από άλλες πηγές και άρθρα ιστορίας των ΜΜΕ και του διαδικτύου.
Η ζωή στις Καστανιές της Ανατολικής Θράκης
Οι Καστανιές τις επαρχίας Μετρών ή Τσατάλτζας ήταν ένας πανέμορφος και εύφορος τόπος στην ανατολική Θράκη. Βρισκόταν ανάμεσα σε λόφους, λίμνες και θάλασσες και δίπλα σε μια από τις σημαντικότερες πόλεις του κόσμου. Την Πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Κωνσταντινούπολη. Ήταν πολύ κοντά στον κύριο δρόμο Κωνσταντινούπολης – Αδριανούπολης και στη σιδηροδρομική γραμμή, η οποία, από το 1872, εκτός από την εσωτερική συγκοινωνία, συνέδεε την Πρωτεύουσα με την Ευρώπη, με το περίφημο τρένο ‘Orian Express’.
Έτσι πολλοί Καστανιώτες δούλευαν και έμεναν στην Πόλη, οι περισσότεροι στην ελληνική συνοικία του Πέραν. Υπήρχαν και κάποιοι που διέμεναν για πολλά χρόνια παιδιά των οποίων είχαν γεννηθεί εκεί. Αρκετοί ήταν ευκατάστατοι. Πολλά παιδιά από το χωριό πήγαιναν τσιράκια και μάθαιναν επαγγέλματα (ράφτες, τσαγκάρηδες κλπ) και αρκετά κορίτσια έμπαιναν υπηρέτριες σε πλούσια σπίτια. Πολλοί εξ’ αυτών, με την ενηλικίωση, έκαναν τα δικά τους εργαστήρια.
Η Πόλη και ο κοσμοπολιτισμός της επηρέασαν τη ζωή των Καστανιωτών. Αυτό φαινόταν σε όλα. Στην ομιλία, στα ντυσίματα, στα έπιπλα και τα σερβίτσια, στη μόρφωση, στις συνήθειες, στις συναναστροφές, στους χορούς… Στις Καστανιές λειτουργούσε δημοτικό σχολείο, ήδη από το 1885-90, κάτι που δεν συνέβαινε σε όλα τα χωριά. Ορισμένα παιδιά συνέχιζαν σε σχολές μέσης εκπαίδευσης στην Τσατάλτζα και στην Πόλη.
Καθώς οι περισσότεροι κάτοικοι των Καστανιών δεν είχαν μεγάλο κλήρο, ασχολήθηκαν με τις τέχνες και το εμπόριο και έτσι το χωριό εξελίχθηκε σε κεφαλοχώρι στην περιοχή του. Πήγαιναν δηλαδή από τα γύρω χωριά, κυρίως Τούρκοι για τα ψώνια και άλλες εργασίες τους. Αρκετοί Καστανιώτες όμως δούλευαν και ως εργάτες σε κτήματα γειτονικών χωριών.
Επειδή πολλοί Καστανιώτες έμεναν στην Πόλη, όπως προαναφέρθηκε, η επικοινωνία με το χωριό ήταν σχεδόν καθημερινή. Πήγαιναν να δούν τα παιδιά και τους συγγενείς τους, να πουλήσουν εμπορεύματα ή να κάνουν αγορές και προμήθειες. Πήγαιναν με τα κάρα τους αλλά υπήρχε και άμαξα, κατά κάποιο τρόπο σαν τη σημερινή συγκοινωνία, που έκανε δρομολόγιο από το χωριό. Χρησιμοποιούσαν και το τρένο από το σταθμό της Τσατάλτζας. Έτσι, οι σπουδές, οι τέχνες, οι αγορές ήταν ευκολότερες για τους κατοίκους του χωριού μας σε σχέση με άλλα μέρη. Όλη αυτή, η επαφή με την Πόλη επηρέασε τη ζωή των Καστανιωτών, οι οποίοι ήταν με τα δεδομένα της εποχής και σε σύγκριση με άλλα χωριά περισσότερο κοσμοπολίτες.
Η ζωή στο χωριό κυλούσε φτωχικά βεβαίως αλλά ήρεμα και όμορφα, για τα δεδομένα της εποχής, με πρόοδο, μέχρι τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα.
Πόλεμοι και Προσφυγιά
Από τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα άρχισαν ανταγωνισμοί των Μεγάλων Δυνάμεων και των χωρών της Βαλκανικής, σε όλη σχεδόν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, προσβλέποντας ο καθένας στην πιο ευνοϊκή γι’ αυτόν κατάσταση, ως προς τη διαδοχή της διαφαινόμενης πτώσης της Αυτοκρατορίας.
Επηρεάστηκαν έτσι οι σχέσεις των εθνοτήτων στην περιοχή των Καστανεών. Ιδιαίτερα με τα Βουλγαρικά χωριά. Το 1912 άρχισε ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος ανάμεσα στη συμμαχία των τεσσάρων βαλκανικών κρατών Ελλάδα – Σερβία – Βουλγαρία – Μαυροβούνιο και την Τουρκία.
Το μέτωπο όπου σταμάτησαν οι Βούλγαροι κατά τον Α Βαλκανικό Πόλεμο. Οι Καστανιές στο μέσο του πυρός.
Ο Βουλγαρικός στρατός κινούμενος προς τα ανατολικά, με στόχο να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, ανέτρεψε την αντίσταση των Τούρκων, κατέλαβε την Ανδριανούπολη και προήλασε μέχρι την Τσατάλτζα, δηλαδή μέχρι και τις Καστανιές, όπου οι Τούρκοι αντιστάθηκαν πιο σθεναρά. Σταμάτησε εκεί με ανακωχή που υπογράφηκε τον Νοέμβριο του 1912. Στις μάχες αυτές το χωριό βρέθηκε μέσα στο πυρ και υπέστη αρκετές καταστροφές. Διαβάζουμε και πάλι στο βιβλίο του Αλέξανδρου Βασιλόπουλου: ‘Εξ’ όλων δε των Βουλγαρικών επιθέσεων, οίτινες έλαβον χώρα εν τοις φρουρίοις των Μετρών, σπουδαιοτέρα είναι η επίθεσης της 4ης, 5ης και 6ης Νοεμβρίου 1912, προς τα φρούρια Μπεκίρ, Ασήμ και Αϊβατλή τάπια, προ των Καστανεών, καθ΄ήν εφονεύθησαν και επληγώθησαν υπερ τας 13.000 Βουλγάρων στρατιωτών και αξιωματικών. Για τις μάχες αυτές υπάρχει μνημείο έξω από το Κεστανελικ.
Τις Καστανές κατείχαν στη συνέχεια οι Βούλγαροι για περίπου έξη μήνες. Με τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, οι Τούρκοι αντεπιτέθηκαν και εξώθησαν τους Βούλγαρους προς την Ανδριανούπολη. Οι μάχες γύρω από το χωριό μας ήταν ακόμη πιο σφοδρές. Πολλοί κάτοικοί του το είχαν εγκαταλείψει προς τα γύρω χωριά, από φόβο και κατόπιν υποδείξεων των αρχών.
Με την κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1914, όπου οι Τούρκοι ήταν πια σύμμαχοι με τους Βουλγάρους και με τον Άξονα των κεντρικών δυνάμεων, Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας, η Τουρκία έκανε επιστράτευση σε πολίτες όλων των εθνοτήτων. Έτσι πολλοί Καστανιώτες πήγαν στον στρατό, στα λεγόμενα Τάγματα Εργασίας (Αμελέ Ταμπουρού). Στο χωριό υπήρξε μεγάλη φτώχεια και δυστυχία, ειδικά στις οικογένειες των επιστράτων.
Μετά τον τερματισμό του πολέμου, μεταξύ των συνθηκών που επέβαλαν οι νικήτριες δυνάμεις σε βάρος των ηττημένων ήταν και η συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) με την οποία το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Θράκης, αφαιρούμενο από την Τουρκία, παραχωρούνταν στην Ελλάδα. Η περιοχή όμως από την Τσατάλτζα μέχρι την Κωνσταντινούπολη, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν και οι Καστανιές παρέμεινε υπό τον έλεγχο των συμμάχων, μέχρι έναν απώτερο διακανονισμό, με σκέψεις για διεθνοποίηση των στενών και όλης αυτής της περιοχής. Έτσι, για δύο χρόνια οι Καστανιές βρίσκονταν μεν υπό συμμαχικό έλεγχο και δεν ευτύχησαν να γίνουν ελληνικές, αλλά είχαν τον Ελληνικό στρατό και την Ελλάδα λίγα μέτρα δίπλα τους. Ήταν τα καλύτερα δύο χρόνια της ιστορίας τους, γεμάτα ελπίδες και μάλιστα χωρίς μεγάλο μέρος του παραγωγικού ανδρικού πληθυσμού. Ήταν τα τελευταία πιο ήρεμα χρόνια στην αλησμόνητη Πατρίδα.
Δυστυχώς η συνθήκη των Σεβρών δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Ακολούθησε η Μικρασιατική Καταστροφή, τον Σεπτέμβριο του 1922, η αποχώρηση του ελληνικού στρατού και από την Θράκη, η οποία στην ουσία παραχωρήθηκε ξανά στους Τούρκους με τη ανακωχή (συνθήκη) των Μουδανιών και τη συνθήκη της Λωζάνης, στις 24 Ιουλίου του 1923 και η βίαια εκτόπιση των περισσότερων Θρακιωτών, των κεντρικών, παραλιακών και δυτικών και πλησίον του Έβρου περιοχών (Οκτώβριος 1923). Οι Καστανιές παρέμειναν στη θέση τους στη φάση αυτή, όπως και όλα τα γύρω χωριά.
Η οριστική ‘χαριστική βολή’ στον ελληνισμό της Ανατολικής Θράκης επήλθε με την «Σύμβαση περί Ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών Πληθυσμών» μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, η οποία υπεγράφη στις 30 Ιανουαρίου του 1923 και ίσχυσε από την 31η Μαρτίου 1924. Έτσι, εξαναγκάστηκαν σε εκπατρισμό και οι τελευταίοι εναπομείναντες Έλληνες της Ανατολικής Θράκης και των περιχώρων της Κωνσταντινουπόλεως όπου ανήκαν και οι Καστανιές. Τον Ιούνιο του 1924 έφυγαν τελευταίοι οι Έλληνες της περιφέρειας Τσατάλτζας και των πέριξ χωριών του Νομού Κωνσταντινουπόλεως. Μαζί τους και οι Καστανιώτες, το χωριό των οποίων ήταν από τα τελευταία που πήραν το δρόμο της προσφυγιάς προς την άγνωστη μέχρι τότε Ελλάδα.
Η Μετακίνηση και η εγκατάσταση στο Κιλκίς
Ήδη από τον χειμώνα του 1924 είχαν έρθει στο χωριό οι νέοι κάτοικοί του, Τούρκοι πρόσφυγες ανταλλάξιμοι και ταλαιπωρημένοι από χωριό της περιοχής της Κοζάνης στους οποίους είχαν παραχωρηθεί τα σπίτια των Καστανιωτών. Η για λίγους μήνες συμβίωση αυτή ήταν αρμονική. Οι Καστανιώτες τους βοήθησαν και πήραν μια πρόγευση ως προς το τι τους περίμενε.
Η αναχώρηση έγινε το καλοκαίρι του 1924, με κάρα από το χωριό μέχρι τον σιδηροδρομικό, σταθμό της Τσατάλτζας, με τρένο στη συνέχεια για Αλεξανδρούπολη και καράβι για τη Θεσσαλονίκη. Ορισμένοι που μετέφεραν κοπάδια με ζώα μετακινήθηκαν με τα πόδια προς τη Θεσσαλονίκη.Το καράβι τους ξεφόρτωσε στην ακτή της Καλαμαριάς, στα απολυμαντήρια (δίπλα σημερινό στρατόπεδο Κόδρα, όπου έμειναν για λίγο καιρό σε παραπήγματα). Οι ταλαιπωρίες ήταν μεγάλες και φυσικά υπήρξαν και απώλειες ζωών.
Η Επιτροπή του χωριού με τη συνοδεία ανθρώπου από την Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων επισκέφτηκε διάφορα μέρη που της υποδείχτηκαν για να διαλέξει τόπο εγκατάστασης και επέλεξαν τελικά τον σημερινό μας τόπο στο Κιλκίς. Κριτήριο ήταν τα τρία ποτάμια και η απουσία ελών, καθώς τότε μάστιζε τους ανθρώπους η ελονοσία.
Στο σημείο αυτό υπήρχε παλιός μικρός οικισμός με την ονομασία Γκερμπάσελ, κατοικούμενος από Βουλγάρους, πιθανότατα κολίγους σε γύρω τσιφλίκια, οι οποίοι έφυγαν στην Βουλγαρία όταν ο ελληνικής στρατός κατέλαβε το Κιλκίς, τον Ιούνιο του 1913. Μετά από δέκα χρόνια από την εγκατάλειψή του υπήρχε μόνο ένα χτίσμα το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως σχολείο και πολλά διασκορπισμένα ερείπια, πέτρες και ξύλα.
Οι πρόσφυγες Καστανιώτες έφθασαν στο σημείο στις 16 Αυγούστου του 1924. Έμειναν ένα χειμώνα σε αντίσκηνα, με μεγάλες δυσκολίες και επίσης απώλειες και την Άνοιξη του 1925 άρχισε να χτίζεται το νέο χωριό. Καθώς όμως τα σπίτια δεν είχαν ολοκληρωθεί πέρασαν και δεύτερο χειμώνα σχεδόν έξω. Τελικά χτίστηκαν 200 σπίτια τύπου Δεχάτεγκε, από το όνομα της κατασκευάστριας εταιρίας, τα οποία διανεμήθηκαν με αντίστοιχη χρέωση. Διανεμήθηκαν χωράφια, ζώα και εργαλεία. Οι βιοτέχνες και οι επαγγελματίες πήραν οικόπεδα στην πλατεία όπου έχτισαν καφενεία, μπακάλικα, σιδεράδικα, τσαγκάρικα, καροποιεία.
Οι καινούργιες Καστανιές δημιουργήθηκαν ξανά στην νέα πλέον Πατρίδα. Σύντομα το χωριό απέκτησε και πάλι την παλιά του αίγλη, χάρη στους επαγγελματίες, τους τεχνίτες, τις γνώσεις και την εργατικότητα των κατοίκων του και ξεχώριζε ως κεφαλοχώρι στην περιοχή.
Περιγραφή των Καστανεών και του Κεστανελίκ στην Wikipedia
Καστανιές, Κιλκίς
Οι Καστανιές, επίσημα “αι Καστανέαι” είναι πεδινό χωριό του Κιλκίς σε υψόμετρο 105 μέτρων.
Οι Καστανιές βρίσκονται σε απόσταση 11,5 χλμ. βορειοδυτικά της πόλης του Κιλκίς. Το παλιό τους όνομα, επί τουρκοκρατίας, ήταν Γκερμπασέλ. Έτσι αναφέρονται επίσημα επί οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1919, στο ΦΕΚ 48Α-05/03/1919, όταν προσαρτήθηκαν στην τότε κοινότητα Αρμούτσης (Μεγάλης Βρύσης) που ανήκε στο νομό Θεσσαλονίκης.
Θεωρείται καθαρά “προσφυγικό” χωριό αφού μετά τους Βαλκανικούς πολέμους καταστράφηκε ολοσχερώς το παλιό και μετά την ανταλλαγή πληθυσμών εγκαταστάθηκαν σε αυτό πρόσφυγες από τις Καστανιές της επαρχίας Μετρών ή Τσατάλτζας (τουρκ. Çatalca) της Ανατολικής Θράκης. Το 1926 μετονομάστηκε σε Καστανιές, το 1934 αποσπάστηκε στο νεοϊδρυθέντα νομό Κιλκίς, ενώ το 1940 διορθώθηκε σε Καστανέαι. Σύμφωνα με το πρόγραμμα Καλλικράτης αποτελεί την τοπική κοινότητα Καστανεών που ανήκει στη δημοτική ενότητα Κιλκίς του δήμου Κιλκίς και σύμφωνα με την απογραφή 2011 έχει πληθυσμό 430 κατοίκους.
Kestanelic, Catalca
Είναι μια γειτονιά της συνοικίας Çatalca της Κωνσταντινούπολης . Η ακριβής ημερομηνία ίδρυσης είναι άγνωστη και κατοικούν 2150 άτομα.
Πριν από τη “Δημοκρατία” χρησιμοποιούνταν ως οικισμός της ελληνικής μειονότητας. Αποτελείται από άτομα που έφεραν από τη Θεσσαλονίκη και τα περίχωρά της ως αποτέλεσμα της ανταλλαγής με την Ελλάδα το 1924.
Το όνομα της που επί Ελλήνων ονομαζόταν “Καστανιές”, άλλαξε σε “Κεστανελίκ”. Πιστεύεται ότι αυτό το όνομα δόθηκε λόγω των καστανιών γύρω από τη γειτονιά. Επιλέχθηκε ως το πιλοτικό χωριό της Κωνσταντινούπολης το 1965.
Το Κεστανελίκ βρίσκεται στην ανατολική πλαγιά του λόφου Bağlar, που βρίσκεται στη νοτιοανατολική προέκταση των βουνών Yıldız . Η γη εντός των εδαφικών ορίων του χωριού έχει δομή πεδιάδας. Έχει θέα σε ένα δάσος από φλαμουριές, καστανιές και πεύκα από τη μια πλευρά και μια περιοχή με επίπεδα και εύφορα εδάφη από την άλλη.
Περιβάλλεται από το Örcünlü στα ανατολικά, το Oklalı στα δυτικά , το İzzettin στο νότο και το Çanakça στο βορρά. Απέχει 13 χλμ από την Çatalca και 60 χλμ από την Κωνσταντινούπολη. Το 50% των ανθρώπων κερδίζουν τα προς το ζην από εμπορικές δραστηριότητες, το 20% από το εργοστάσιο. Το 10% από τη γεωργία.
Το χωριό Κεστανελίκ φιλοξενεί τους μάρτυρες των Βαλκανικών Πολέμων, παλιά ελληνικά σπίτια και ανθρώπους από 55 επαρχίες της Τουρκίας. Οι κάμποι όσο φτάνει το μάτι, είναι γεμάτοι τάφους των στρατιωτών που μαρτύρησαν στον Βαλκανικό πόλεμο στις απέναντι πλαγιές.


