Μα τα γουρσούζκα

Τη γιαγιά στις παλιές Καστανιές την έλεγαν Ασπασία και τη φωνάζανε παρατσούκλι ‘Σπασίμπα’. Κάποτε πέρασαν από το χωριό Ρώσοι στρατιώτες και καθώς ήταν στην αυλή της, γύρεψαν νερό. Τους έδωσε και μόλις ήπιαν και δροσίστηκαν της είπανε σπασίμπα (ευχαριστώ στα ρώσικά). Μόλις απομακρύνθηκαν η γιαγιά μονολόγησε: “Μααα τα γουρσούζκα, πότε κιόλας έμαθαν το όνομαμ…’

Φωτογραφία: Ρώσοι αξιωματικοί και ορχήστρα κοντά στη Θάλασσα του Μαρμαρά Φωτο: Α.Ντ.Ιβανόφ Πηγή: https://bnr.bg

Δε μ’ άφκες να σε κάμω τσουλαπάκια

Κάποτε ήταν ένα ηλικιωμένο ζευγάρι στο χωριό που ο άνδρας ήθελε να παίζουν συνέχεια χαρτιά. Η σύζυγος είχε και δουλειές όμως και του έλεγε: ‘Ας σταματήσουμε λίγο τα χαρτιά να κάνω τις δουλειές μου. Θέλω να σου πλέξω  και τσουράπια’. Εκείνος απαντούσε: ‘ Άσε βρε γυναίκα τις δουλειές να παίξουμε χαλτάκια’. Ήρθε όμως ο χειμώνας και ο άνδρας δεν είχε τσουράπια να βάλει και κρύωναν τα πόδια του. Γρίνιαζε, αλλά η γυναίκα του απαντούσε: ‘Χαλτάκια, χαλτάκια, να χαλτάκια, δε μ’ άφκες να σε κάμω  τσουλαπάκια…’

‘Τον ένανα περί κλοπή και τον άλλο περί απάτη’

Όταν όλο το χωριό μαζευόταν νωρίς στα σπίτια του χειμωνιάτικα τα βράδια, εκτός από μερικά παλληκάρια μένανε αργά στο καφενείο. Σε δύσκολα χρόνια μεζέδες για να συνοδεύσουν το ούζο τους δεν υπήρχαν. Ένα βράδυ αποφάσισαν να κλέψουν μια κότα. Ο Κώτσος ο Αρβανιτίδης-Αρβανίτς, πρότεινε να κλέψουν από τις δικές τους. Για να μην τους πάρουν χαμπάρι ο Θεοδόσης του Ξυγαλατά που ήταν συγγενής πήγε στο σπίτι προσποιούμενος ότι κάτι ήθελε να ρωτήσει, για να τους κρατά απασχολημένους και ο Κώτσος μπήκε στο κοτέτσι τους και έκλεψε την κότα. Την έσφαξαν την ξεπουπούλισαν και την έβρασαν. Εκείνο το βράδυ είχαν καλό μεζέ αν και είναι ζήτημα αν μπορούσαν να μασήσουν την κότα. Το πρωί η Ερασμία, μάνα του Κώτσου ανακάλυψε τι έγινε. Τις ήξεραν βλέπετε μία-μία τις κότες τους. Τότε ο Βασίλης Αρβανιτίδης ο άντρας της έμαθε τι έγινε και απειλούσε Θεούς και δαίμονες, λέγοντας: ‘Θα τους κάνω μήνυση, τον ένανα (το γιό του δηλαδή) περί κλοπή και τον άλλο περί απάτη’.

Χαθ΄ καν τα κύργια μπρε;

Κάποτε δύο Καστανιώτες βρέθηκαν στην πόλη. Μπροστά τους ένα ζευγάρι φιλήθηκε. Τους φάνηκε πολύ παράξενο καθώς αυτό δεν γινόταν ποτέ στο χωριό. Τα ζευγάρια, τα αρραβωνιασμένα βέβαια κατά κανόνα, πηγαίνανε συνήθως έξω στα χωράφια για αγκαλιές και φιλιά. Στο κύρ, δηλαδή στις ερημιές. “Τι κάνουν αυτοί μπρέ”, είπε ο ένας στον άλλο. “Χαθ’ καν τα κύργια να πάνε να φιληθούν;”

Ο θείος ο Αρχοντής

Ο θείος ο Αρχοντής ήταν ένας άνθρωπος πολύ φιλοσοφημένος, ως προς την αντιμετώπιση της ζωής. Πολλά πράγματα που είπε έχουν μείνει στη μνήμη. Κάποτε, ξυλουργός ων, έκοψε στην ταινία που κόβουν τα ξύλα, το δάχτυλό του. Όλο το χωριό στενοχωρήθηκε και έσπευδε να τον παρηγορήσει. “Μην στενοχωριέστε βρε παιδιά, έλεγε με τη χαρακτηριστική του φωνή που έμοιαζε να σαν να μιλάει με τη μύτη κλεισμένη, δεν πειράζει, τι να τα κάνω τα δέκα δάχτυλα, δαχτυλογράφος θα γίνω ή πιανίστας;”.