
Όταν όλο το χωριό μαζευόταν νωρίς στα σπίτια του χειμωνιάτικα τα βράδια, εκτός από μερικά παλληκάρια μένανε αργά στο καφενείο. Σε δύσκολα χρόνια μεζέδες για να συνοδεύσουν το ούζο τους δεν υπήρχαν. Ένα βράδυ αποφάσισαν να κλέψουν μια κότα. Ο Κώτσος ο Αρβανιτίδης-Αρβανίτς, πρότεινε να κλέψουν από τις δικές τους. Για να μην τους πάρουν χαμπάρι ο Θεοδόσης του Ξυγαλατά που ήταν συγγενής πήγε στο σπίτι προσποιούμενος ότι κάτι ήθελε να ρωτήσει, για να τους κρατά απασχολημένους και ο Κώτσος μπήκε στο κοτέτσι τους και έκλεψε την κότα. Την έσφαξαν την ξεπουπούλισαν και την έβρασαν. Εκείνο το βράδυ είχαν καλό μεζέ αν και είναι ζήτημα αν μπορούσαν να μασήσουν την κότα. Το πρωί η Ερασμία, μάνα του Κώτσου ανακάλυψε τι έγινε. Τις ήξεραν βλέπετε μία-μία τις κότες τους. Τότε ο Βασίλης Αρβανιτίδης ο άντρας της έμαθε τι έγινε και απειλούσε Θεούς και δαίμονες, λέγοντας: ‘Θα τους κάνω μήνυση, τον ένανα (το γιό του δηλαδή) περί κλοπή και τον άλλο περί απάτη’.


