Οι κρίσιμες ημερομηνίες και οι συμπτώσεις
Στις 5 Οκτωβρίου 1912 ξεκινά ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος. Στις 10 ο ελληνικός στρατός περνά το Σαραντάπορο, κάνοντας την μεγάλη έκπληξη διότι κανείς από ‘συμμάχους’ και αντιπάλους δεν το υπολόγιζε αυτό, καθώς τον είχαν υποτιμήσει, κι έτσι είχαν φτιάξει και τα σχέδιά τους. Οι Βούλγαροι είχαν διαθέσει στο μέτωπο της Μακεδονίας τις λιγότερες δυνάμεις εν των τριών μετώπων που είχαν. Πρώτη προτεραιότητά τους ήταν ανατολικά για να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη συγκρουόμενοι με τους Τούρκους και δυτικά για να καταλάβουν όσο περισσότερα από τους Σέρβους εδάφη μπορούσαν. Οι Τούρκοι επίσης έχουν διαθέσει στην κεντρική Μακεδονία τις λιγότερες δυνάμεις τους. Ως αποτέλεσμα της προέλασης του ελληνικού στρατού στη δυτική Μακεδονία οι Βούλγαροι αποφασίζουν να κινηθούν ταχύτερα προς Θεσσαλονίκη ενώ και οι Σέρβοι αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να βιαστούν για το Μοναστήρι. Οι Τούρκοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα, απλά ηττώνται χωρίς να μπορούν να ενισχύσουν τις δυνάμεις τους.

Το μέτωπο στην Ανατολική Θράκη
Στο ανατολικό μέτωπο οι Βούλγαροι περνάνε τα σύνορα και εμφανίζονται προ της Αδριανούπολης στις 18 Οκτωβρίου, την ίδια μέρα που στο μακεδονικό μέτωπο ο ελληνικός στρατός καταλαμβάνει τη Έδεσσα έχοντας καταλάβει ήδη Κοζάνη, Πτολεμαΐδα και Βέροια, ενώ ο Βουλγαρικός έχει φτάσει εκεί που είναι τα σημερινά ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Στη Θράκη οι εκτιμήσεις των Οθωμανών και των Γερμανών συμβούλων τους είναι ότι οι Βούλγαροι δεν περνάνε. Όπως δεν θα περνούσαν δηλαδή και οι Έλληνες το Σαραντάπορο. Μεγάλη εμπιστοσύνη έδειξαν στους Γερμανούς. Οι Βούλγαροι παρακάμπτουν την Αδριανούπολη, τις ίδιες μέρες που ο ελληνικός στρατός νικάει τους Τούρκους στα Γιαννιτσά και συγκρούονται στις 22-24 Οκτωβρίου στο Κιρκλαρελί (Σαρράντα Εκκλησιές) όπου κατατροπώνουν τον οθωμανικό στρατό. Την ίδια μέρα ο ελληνικός στρατός βρίσκεται στο Τόψιν προ της Θεσσαλονίκης και διαπραγματεύεται την παράδοσή της, με τους Βούλγαρους να φθάνουν δεύτεροι.
Οι μέρες 24-26 Οκτωβρίου είναι οι πιο κρίσιμες για τους Βαλκανικούς πολέμους. Οι Τούρκοι υφίστανται τρεις μεγάλες ήττες στην Θεσσαλονίκη, στο Κιρκλαρελί και στα Σκόπια καθώς εισέρχεται σ’ αυτά ο Σερβικός στρατός. Τότε φαίνεται αυτό που θα συμβεί. Απώλεια όλων, πλην Ανατολικής Θράκης, των ευρωπαϊκών εδαφών τους. Μόλις 20 μέρες μετά την έναρξη του πολέμου.
Για τους Καστανιώτες, στις 26 Οκτωβρίου που απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη, αλλάζουν όλα
Ενώ μέχρι τώρα παραμένουν ήσυχα στο χωριό, χωρίς να ξέρουν τι γίνεται και ποιόν να υποστηρίξουν, αλλά πιστεύοντας ότι ο πόλεμος δεν θα φτάσει στα μέρη τους, από τις 26 Οκτωβρίου και μετά τα πάντα αλλάζουν. Οι Τούρκοι οπισθοχωρούν και η νέα μάχη γίνεται στο Λουλέμπουργκάζ στις 2 Νοεμβρίου όπου και πάλι συντρίβονται. Τότε στη Θράκη αρχίζει μια κόλαση. Τα υπολείμματα του τουρκικού στρατού, εξαθλιωμένα, κατευθύνονται προς την Κωνσταντινούπολη και μαζί τους σχεδόν όλοι οι Τούρκοι της Ανατολικής Θράκης που εγκαταλείπουν άρον-άρον τρομοκρατημένοι χωριά, βιός και σπίτια. Οι προελαύνοντες Βούλγαροι προς τη θάλασσα, στη Σηλυβριά και τη Ραιδεστό κάνουν καταστροφές λεηλατούν με το πρόσχημα της τροφοδοσίας του στρατού τους και καίνε τουρκικά χωριά χωρίς να είναι ιδιαίτερα ευγενικοί με τα ομόθρησκα ελληνικά.
Στο διάστημα αυτό οι Τούρκοι αποφασίζουν να αμυνθούν στα παλιά οχυρά της γραμμής της Τσατάλτζας και οργανώνουν εκεί στρατό με εφέδρους τους οποίους έχουν φέρει από την Ανατολή και με ό,τι υπολείμματα στρατού καταφέρνουν να μαζέψουν. Προς τούτο εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι οι Βούλγαροι δεν προελαύνουν άμεσα μετά τη νίκη τους στο Λουλέμπουργκαζ και καθυστερούν.

Εκεί παίζεται η άσχημη μοίρα για τις Καστανιές
Διότι όντας επάνω στη γραμμή της Τσατάλτζας και ανάμεσα στα πυρά Βουλγάρων-Τούρκων που θα ακολουθήσουν, πρέπει οι Καστανιώτες να εγκαταλείψουν το χωριό. Αυτή είναι η προτροπή του κράτους αυτή και η εκτίμηση των προεστών και τω ανθρώπων του χωριού. Φεύγουν άρον-άρον παίρνοντας μαζί τους μόνο τα απαραίτητα και έχοντας σκάψει ένα μεγάλο λάκο όπου παράχωσαν όλοι μαζί τα πολύτιμα πράγματά τους. Οι περισσότεροι πήγαν στο φιλικό Άκαλαν που βρισκόταν λίγο δυτικότερα αλλά έξω από τη γραμμή του πυρός. Άλλοι προς την Πόλη, στην Πρίγκηπο, προς ανατολικότερα ελληνικά και τουρκικά χωριά, όπου είχε συγγενείς ή φίλους ο καθένας. Το ίδιο συμβαίνει και με το Κλαλί το οποίο βρίσκεται και αυτό στην ίδια γραμμή. (Σημ: Άκαλαν και Κλαλί αποτελούν σήμερα την αδερφική μας Νέα Δήμητρα). Όλα αυτά συμβαίνουν από τις 2 μέχρι τις 16 Νοεμβρίου που αρχίζει η Μάχη της Τσατάλτζας.
Και αρχίζει ο βομβαρδισμός
Για τρεις μέρες οι οβίδες των Τούρκων σημαδεύοντας τους Βούλγαρους οι οποίοι εφορμούν από τις πλαγιές των Καστανεών, πέφτουν πάνω από και μέσα στο χωριό μας σαν το χαλάζι, καταστρέφοντας σπίτια και μαγαζιά. Τρεις από αυτές χτυπούν την νεόδμητη εκκλησία η οποία ωστόσο αντέχει. Το χωριό γεμίζει τραυματισμένους και άρρωστους στρατιώτες. Ελάχιστοι χωριανοί που παρέμειναν δεν ξέρουν πώς να βοηθήσουν και πώς να ζωθούν. Οι Βούλγαροι αποτυγχάνουν να διασπάσουν τη γραμμή και αποδεκατισμένοι υπογράφουν με τους επίσης αποδεκατισμένους Τούρκους συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, σε ένα βαγόνι κάπου κοντά στις Καστανιές.
Τίποτα δεν θα είναι πια όπως πριν
Οι Καστανιώτες θα αρχίσουν να επιστρέφουν σταδιακά αμέσως μετά την συμφωνία, βρίσκοντας ένα άλλο χωριό. Και έναν άλλο αφέντη καθώς με βάση τη συνθήκη ανήκουν (οκτώ μήνες κράτησε αυτό) στη Βουλγαροκρατούμενη περιοχή. Τίποτε πια δεν θα είναι όπως πριν. Τα δώδεκα χρόνια που θα ακολουθήσουν μέχρι την ανταλλαγή και τον οριστικό ξεριζωμό θα είναι πολύ δύσκολα, γεμάτα πολέμους και κακουχίες και δυστυχία με ένα διάλειμμα δυόμιση όμορφων χρόνων γεμάτων ελπίδες, όταν η Ανατολική Θράκη έγινε ελληνική. Έστω και αν οι Καστανιές βρέθηκαν εκτός.


